Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

ΝΤΟΥί

κάθεσαι στο άδειο σπίτι,
στον καναπέ,
μπροστά από τις εικόνες,
κινούμενες και στατικές,
με ήχους που ξέχασες ανοιχτούς,
να σου κρατάνε συντροφιά,
ήχοι από μουσικές που δεν άκουσες,
από τραγούδια που δεν αγάπησες,
από μνήμες που δεν άφησες,
διαβάζεις τις λέξεις των άλλων,
που στις έστειλαν συλλαβή-συλλαβή,
δακρύζεις, γελάς,
κι ένα βάρος σε πνίγει, σε τραβάει λίγο στο μέσα σου,
γύρω σου χάος,
σπιτίσιο χάος,
δε συγύρισες,
για ποιον να συγυρίσεις,
να μαζέψεις το στεγνό ρούχο από την απλώστρα,
το ξερό από μέρες ρούχο πάνω στο σώμα του καλοριφέρ,
ο μόνος άνθρωπος που μπαίνει σπίτι σου,
εδώ και καιρό,
συχνά,
είναι η καθαρίστριά σου,
κι αυτή νιώθεις ότι σε πρόδωσε,
κάθε που της χάριζες κάτι αγαπημένο κι άχρηστό σου,
αυτή σου έπαιρνε ένα χωρίς να σε ρωτήσει,
δεν κρατάς κακία,
την λυπάσαι,
όπως λυπάσαι όλους αυτούς που μπήκαν στη ζωή σου,
τους χάρισες τις τρύπιες σου κάλτσες,
και σου ξεσήκωναν όλη την ντουλάπα,
χωρίς δελτίο αποστολής,
κι οι στίβες από χαρτιά,
πάνω στο τραπεζάκι του σαλονιού,
μαραζώνουν στο κοίταγμά σου,
λογαριασμοί πληρωμένοι,
απλήρωτοι,
ληγμένοι,
ξεπερασμένοι,
ένα σπίτι αστόλιστο,
από αισθήματα και αναμνήσεις,
που το φόρεσες μόνο,
στον απόηχο ενός χωρισμού,
δεν είχες τη διάθεση ούτε να το κατοικήσεις,
να το κορνιζώσεις και να το καμαρώνεις στον τοίχο σου,
κι αυτό το ντουί πάνω από το κεφάλι σου,
να σε κοιτάζει απειλητικά,
σαν αγχόνη που θα πέσει,
και σκοτάδι θα σε γεμίσει,
και αυτό το φωτιστικό,
ακόμα στο κουτί,
σκονισμένο,
και το παράθυρο ορθάνοιχτο,
χωρίς κουρτίνα,
στην έκθεση που σε έχει συνηθίσει,
μια ζωή, η ζωή,
χωρίς παράθυρο,
ή με ανοιχτό παράθυρο,
μπας και μπει κανείς και αλωνίσει,
και σου αφήσει ένα ψίχουλο,
να σε ταϊσει,
να βουτήξει μέσα στο συρτάρι με τις κάλτσες σου,
να τις μπαλώσει,
να σε φιλήσει,
να σε ευχαριστήσει,
και να πετάξει κι αυτός παρέα,
με τα υπόλοιπα περιστέρια,
που είχαν φωλιάσει στον ακάλυπτο,
μα τώρα ησύχασαν κι αυτά,
στον ακάλυπτο που κατοικείς,
οι φωνές ακόμα εκεί,
ζωηρές,
τις ακούς κι ας σωπάσαν,
η τηλεόραση μόλις έκλεισε εξ άλλου,
περιβαλλοντικές ρυθμίσεις,
ώρα στην απραξία,
με εικόνες κινούμενες και στατικές,
με ήχους γνωστούς, ποπ και άλλους,
κι εσύ καθιστός,
στον καναπέ,
τον κόκκινο,
σαν το αίμα που θα σκεπάσει,
το λάπτοπ,
όταν το ντουί-αγχόνη,
-μη σε αγχώνει-,
πέσει και στάξει...

*άντε να σου κόψει λίγο το δάχτυλο,
τίποτα περισσότερο,
να σου θυμίσει ότι στις φλέβες σου,
τρέχει ακόμα ζωή




Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2012

status update

τόσες σκέψεις περνούν διαρκώς
που θες να μοιραστείς
κι ευθύς αμέσως να ξεχάσεις
σβήνεις και γράφεις
εθισμένος να διαγράφεις
και χάνεις για λίγο την πίστη σου σε αυτό που κάποτε πίστευες ότι σημαίνει πίστη
και χάνεις λίγο και λίγο και πιο λίγο τα κομμάτια που προσπαθούσες να βάλεις μαζί
σαν παζλ που στο χάρισαν
κι από ευγένεια είπες να φτιάξεις
ακόμα και αν η εικόνα του ήταν τόσο αποκρουστική
που ποτέ δεν κατάλαβες γιατί ήταν εκεί
γιατί αυτή η εικόνα;
γιατί να ψάχνεις για κομμάτια που ποτέ δεν ήταν εκεί
και ακόμα κι αν τα βρεις
δε θα συνθέσεις ποτέ αυτό
που θέλεις να δεις
ξέρεις όμως ότι το παιχνίδι
δεν είναι δικό σου
κι αυτό δεν το κάνει πιο εύκολο
όμως λίγο σε παρηγορεί
ξέρεις πως το παιχνίδι δεν είναι δικό σου
μόνο είσαι μέρος του παιχνιδιού
κι αυτό λίγο σε παρηγορεί
κι ας απορείς
γιατί εσύ;
επειδή όλοι είναι μέρος του
ακόμα κι αν κάποιοι το παίζουν αρχηγοί


Πέμπτη, 2 Αυγούστου 2012

commaleon


Αύγουστος,
ο μήνας που άνοιξα τα μάτια μου,
στον κόσμο,
καλοκαίρι,
η εποχή που άφησα πίσω μου,
στην αρχή της ζωής,
χειμώνας,
οι πρώτες μου λέξεις,
τα πρώτα μου βήματα,
Λέων,
το βασιλικό μου ζώδιο,
αγνώστου ωροσκόπου,
χαμελαίων,
η αιώνια ταυτότητα,
το ζώο μου,
στη γη,
το κόμμα που βάζω,
για να ανασάνω,
σε κάθε μου σχέση,
σε κάθε μορφή,
που παίρνω ή μου δίνουν,
άνοιξη,
η αέναη αναζήτηση,
σαν βγήκα στον πηγαιμό,
για την ευτυχία,
ο ανθός που δεν άνθισε,
για να μη μαραθεί
- έτσι μου είπα,
μα δεν με πιστεύω



Κυριακή, 29 Απριλίου 2012

αρχή


Μια πνοή αρκεί,
για αρχή,
και χίλιες ανάσες,
ακολουθούν,
και τόσες,
και άλλες τόσες,
και γίνεται ζωή.
Μια αχτίδα αρκεί,
για αρχή,
και χίλιες ακόμη,
και τόσες,
κι άλλες τόσες,
και γίνεται φως.
Ένα βλέμμα αρκεί,
για αρχή,
και χίλια ακόμη,
και τόσα,
κι άλλα τόσα,
και γίνεται έρωτας.
Μια νότα αρκεί,
για αρχή,
και χίλιες ακόμη,
και τόσες,
κι άλλες τόσες,
και γίνεται τραγούδι.
Μια σκέψη αρκεί,
για αρχή,
και χίλιες ακόμη,
και τόσες,
κι άλλες τόσες,
και γίνεται όνειρο.
Ένα όνειρο αρκεί,
για ζωή,
και φως,
και έρωτα,
και τραγούδι.


Παρασκευή, 27 Απριλίου 2012

ανάγκη

Η πόλη ομορφαίνει,
αν έχεις ανάγκη να την ομορφύνεις,
αν τα μάτια σου έχουν ανάγκη να βλέπουν όμορφα,
αν η ζωή σου έχει ανάγκη να ζει όμορφα,
αν οι άνθρωποί σου έχουν ανάγκη να είναι όμορφοι,
αν ό,τι δημιουργείς έχει ανάγκη να δημιουργείται όμορφα,
αν η ίδια η ψυχή σου έχει ανάγκη να αναπνέει όμορφα,
αν όλα τα άσχημα δεν τα έχεις ανάγκη,
κι αν η ανάγκη σου είναι να χτίζεις στα όμορφα,
αν η ανάγκη σου είναι να μην προσαρμόζεσαι στα άσχημα,
κι όλα θα γίνουν όμορφα
από ανάγκη.



Τρίτη, 24 Απριλίου 2012

όνειρα

οι σκέψεις που κάνουμε πριν κοιμηθούμε,
για αυτούς που αγαπάμε,
και πώς να το πούμε,
που γίνονται όνειρα,
αφού βυθιστούμε,
σε όσα δε ζήσαμε,
σε όσα θα ζούμε,

μα τι πιο σπουδαίο,
να ξέρεις πως ζεις,
στα όνειρα άλλων,
σαν σκέψη που κάνουν πριν κοιμηθούν,
αφού σ'αγαπούν,
για τώρα,
για πάντα


for N.


παραμύθι

Πόσο όμορφα νιώθεις, 
όταν οι άνθρωποι που αγαπάς,
δημιουργούν το παραμύθι τους,
το ζουν και είναι ευτυχισμένοι...

Πόσο όμορφα νιώθεις,
όταν το μοιράζονται μαζί σου,
κι όταν κάνουν χώρο και για το δικό σου παραμύθι,
κρατώντας πάντα χώρο για το happy,
και αδιαφορώντας για το end.




Παρασκευή, 20 Απριλίου 2012

βρόχος

Κάθεσαι μπροστά στο λάπτοπ,
που ακόμα χρωστάς,
και θα χρωστάς για καιρό ακόμα,
όντας ανίκανος να ξεπληρώσεις μία από τις δεκάδες δόσεις που έβαλες,
έχοντας, μάλλον, χάσει τελείως την μπάλα,
με λογαριασμούς, ανοιχτούς και ποτέ κλειστούς,
και κοιτάς την οθόνη,
πατάς refresh,
ξανά και ξανά,
περιμένεις μια επικοινωνία,
ένα λάικ,
ένα μήνυμα,
ένα πόουκ,
και σκέφτεσαι,
και σταματάς να σκέφτεσαι,
και έρχεται και φεύγει η επιθυμία,
να ψάξεις, να βρεις νέο προορισμό,
τι ζήτηση υπάρχει στις βόρειες χώρες,
τι θέλεις να κάνεις στη ζωή σου αφήνοντας πίσω όσα δεν έκανες,
όσα μισοέκανες,
κι όσα έκανες και σε ξέχασαν ή ξέχασες.

Δεν είσαι σίγουρος αν το μηδέν είναι η λύση,
δεν είσαι σίγουρος τι είναι πιο σκληρό,
το να μη σε περιμένει κανείς
ή το να μη λείψεις σε κανέναν,
και βάζεις να κατεβάσεις το νέο επεισόδιο του Game of Thrones,
να βάλεις να δεις,
μέχρι να σε πάρει ο ύπνος,
τουλάχιστον στο path,
και μέχρι να ξυπνήσεις,
τουλάχιστον στο path,
και να μη μιλήσεις σε άνθρωπο για ώρα,
μέρι να βγεις από το σπίτι,
να πας δουλειά,
πρόβα,
και η άρνηση να επιστρέψεις σπίτι
και να καθήσεις μπροστά στο λάπτοπ,
που ακόμα χρωστάς,
και θα χρωστάς
και μόνη λύση,
το νέο επεισόδιο του Game of Thrones,
που κατέβασες χθες και δεν κατάφερες να δεις,
γιατί σε πήρε ο ύπνος,
και πάλι σκέφτεσαι,
τι νόημα έχει να συνεχίσεις,
αυτό που για καιρό δούλεψες,
προσπάθησες και φαινομενικά βγήκες νικητής,
ποιος είναι ο συμμαχός σου,
και ποιος όχι,
ή αν απλώς εσύ είσαι όντως η γυναίκα της ζωής σου,
κι ο φίλος κι ο εχθρός,
και περιμένεις έναν έρωτα να σε αλλάξει,
να σε πιάσει από το χέρι και να σε τραβήξει ψηλά,
και τότε έρχονται στο μυαλό οι κουβέντες μιας φίλης σου:
"θες έναν έρωτα να σε βγάλει από αυτό που ζεις,
ή μια ασφάλεια να σε βουτήξει στη ρουτίνα;"
και παγώνεις
γιατί δεν ξέρεις τι πραγματικά θες
ή αν θες ένα από αυτά τα δύο
και ξέρεις ότι υπάρχει και ένα τρίτο
που θα το ανακαλύψεις μόλις ο νέος σου κάνει πόουκ,
και αρχίζεις να τραγουδάς,
για να μην ακούς τη σκέψη σου,
μέχρι που ζαλίζεσαι...

είναι και αυτή η σειρά με τα ζόμπι που τη ρούφηξες σε λίγα εικοισιτετράωρα,
κι είδες ανάμεσά τους πολλούς γνωστούς, πρώην φίλους, εραστές
και κυρίως είδες τον εαυτό σου

γιατί όλοι νοσούν
κι όλοι εν δυνάμει είμαστε ζόμπι
άλλοι ρουφάμε αίμα
δικό μας ή των άλλων
άλλοι τρώμε τις σάρκες μας,
ή των άλλων
κι άλλοι απλώς αφήνουμε το βρόχο
να μας σφίγγει το λαιμό
μέχρι να πνίξει
ό,τι οικείο
ό,τι όμορφο
ό,τι αγαπήσαμε
κι εμάς



Τετάρτη, 11 Απριλίου 2012

σκέψεις


Λέξεις,
δικές σου,
δικές μου,
δικές μας,
και ήχοι,
δικοί σου,
δικοί μου,
δικοί μας,
περνούν συχνά,
από τη σκέψη μου,
τις ακούω,
τις θυμάμαι,
τις ξεχνώ,
σκέψεις ίδιες,
με τη σκέψη μου,
η ίδια,
η σκέψη μου,
πώς να αρνηθώ,
τις λέξεις,
πώς να αρνηθώ,
τη σκέψη,
μου,
μας,
πώς να δεχτώ,
να ακούω,
σαν να μην άκουσα.


Σάββατο, 7 Απριλίου 2012

Παιχνίδι

Παίξε,
Σαν και τότε, 
Που ήσουν παιδί,
Και νιώσε,
Σαν και τότε,
Γεμάτος ζωή,
Ο μόνος στόχος,
Και τότε,
Να έχεις για πάντα,
Ζωή,
Να παίζεις,
Και όχι παιχνίδι,
Να ζεις 


Κυριακή, 1 Απριλίου 2012

άνθρωποι


Οι άνθρωποι έρχονται κοντά μας,
συχνά,
από αγάπη,
ή από υποχρέωση,
ή από αγάπης υποχρέωση,
και μένουν κοντά μας,
συχνά,
από συνήθεια,
ή από αγάπη,
ή από αγάπης συνήθεια,
ή από ανάγκη,
απλή,
παγερή,
και φεύγουν συχνά,
οι άνθρωποι,
όπως ήρθαν,
ή πιο εύκολα,
ή πιο γρήγορα,
και ξεχνούν,
γιατί ήρθαν,
κι αφήνουν ένα απότύπωμα,
σαν πάνω στην άμμο,
χάμο,
στην ψυχή μας,
αποτύπωμα αγάπης,
ή συνήθειας,
και το αποτύπωμα,
αφήνει ένα κενό,
περιγράφει το κενό,
της λήθης,
αναμνηστικό κι αυτό,
κι η θάλασσα,
το σβήνει,
ή σε πνίγει


Σάββατο, 31 Μαρτίου 2012

Status Quo Ante

Βράδυ Σαββάτου. Σαν το τραγούδι που ήταν το αγαπημένο όλων. Στο γυμνάσιο. Όχι όμως και δικό σου. Περπατάς. Από Καλλιρόης προς Πλατεία Εξαρχείων. Ανεβαίνεις Συγγρού και διασχίζεις την Πλάκα. Αναπνέεις. Εισπνέεις βαθιά κι εύχεσαι η Αθήνα σου να ήταν πάντα και όλη, έτσι. Μια Πλάκα. Κυριολεκτικά και μεταφορικά. Άνθρωποι παντού, νέοι, πιο νέοι, τουρίστες, λιγότερο τουρίστες, κορίτσια των Βορείων, Προαστίων ή κλιμάτων. Ταξί παρκαρισμένα παντού, ψαρεύουν για πελάτες, φλερτάρουν με τα ίδια κορίτσια. Περπατώ. Κοιτάζω τα κλειστά μαγαζιά, για απόψε, για πάντα. Άντρες καθισμένοι σε πλαστικές καρέκλες, δίπλα σε μεγάλες μηχανές, έξω από τα ακριβά μαγαζιά, τα φυλάνε. Να μην τους φύγουν, μέσα από τα χέρια, οι ζωές και οι μόχθοι, των άλλων. Νέο καθεστώς. Δε με παραξενεύει. Σε αυτήν την πόλη μαθαίνεις στην ανοχή κάθε παράξενου. Κάθε νέου που νιώθεις ότι δε σε απειλεί. Ή απλώς κλείνεις τα μάτια και περπατάς και κάνεις ότι δεν υπάρχει και περπατάς και ανοίγεις τα μάτια αφού σκοντάψεις για να τα κλείσεις πάλι στη θέα του νέου. Μπαρ νέα. Πιο νέα. Σε κάθε βόλτα και πιο νέα. Ασφυκτικά γεμάτα. Με ανθρώπους που βγαίνουν. Για να μπουν. Μέσα. Να κλειστούν. Να πιουν. Τη λήθη τους. Να ξεχάσουν τους λόγους. Της ύπαρξής τους. Να φλερτάρουν. Με ανθρώπους άλλους. Που δε φλερτάρουν. Να αναλώσουν. Να αναλωθούν. Και να γυρίσουν στη φωλιά τους το ξημέρωμα. Με το τρόπαιο της επιβεβαίωσης. Σύντροφο ζωής. Πλατεία Αγίας Ειρήνης. Φώτα. Κόσμος παντού. Μουσικές. Γέλια. Ελπίδα που μεγαλώνει. Για μια θέση στον ήλιο. Για τον καφέ. Το σουβλάκι. Το check-in. Δήμαρχος, αντιδήμαρχος και η Αγία Ειρήνη η ινσταγκραμιώτισσα. Να ποζάρει. Να καμαρώνει. Να μερακλώνει. Να βαριέται. Αιόλου. Νέο check point το νέο all day μαμ-καφέ. Άδεια βλέμματα, γεμάτα στομάχια. "Έχετε κάνει κράτηση;". #asemas και συνεχίζεις. Αυτοκίνητα. Παρκαρισμένα παντού. Στον πεζόδρομο. Δε με νοιάζει. Πια. Ένας ταξιτζής βρίζει. Ένα κορίτσι τον Βορείων. Που αποφάσισε να πάρει αμάξι. Και όχι ταξιτζή. Διασχίζεις τη Σταδίου, μπαίνεις στην Μπενάκη, καμένα που μυρίζουν ακόμα καμένα κι απέναντι νέο wine bar γεμάτο παστέλ ανθρώπους. Που πασχίζουν να γίνουν φλούο. Ή το αντίστροφο. Δε με νοιάζει. Περνάω την Πανεπιστημίου. Μετρόπολις κλειστό. Δε με νοιάζει. Ήταν πάντα τόσο αδιάφορο. Τόσο επιθετικό. Ακαδημίας. Δυο μπάτσοι μιλάνε από πεζοδρόμιο σε πεζοδρόμιο. Με κοιτάνε. Τους κοιτάζω. Συνεχίζουν να μιλάνε αδιάφορα. Σίγουρα κάτι θα έγνεψαν πίσω από την πλάτη μου. Δε με νοιάζει. Με νοιάζει. Λίγο. Πιο λίγο. Μπενάκη μποτιλιάρισμα. Από αυτοκίνητα. Ανθρώπους δεν είδα. Φτάνω Μεταξά. Η γνωστή μπόχα - μέχρι να γίνει Διδότου -  από κάτουρα και σκατά.  Ανθρώπων και των ζώων τους. Κλείνω τη μύτη. Και το στόμα. Να σκάσω. Προτιμώ. Ανοίγω την πόρτα. Μπαίνω στο ασανσέρ. Ανεβαίνω στον 5ο. Γδύνομαι. Μπαίνω στο ντους. Συνέρχομαι από τη φρίκη του να ζω ακόμα στην Αθήνα και να θέλω τόσο να το φωνάξω. Ηρεμώ. Ποστάρω τραγούδια στο facebook. Ψάχνω την επόμενη εξυπνάδα που θα γράψω. Για στάτους. Quo.

Και σκέφτομαι. Πόσο περίεργο να νιώθεις ότι όλα για σένα σε αυτήν την πόλη έχουν τελειώσει. Τίποτα δε σε ενθουσιάζει. Τίποτα δε σε κρατάει. Και κυρίως κανείς. Σχέσεις για λίγο. Για πιο λίγο. Φίλοι, γνωστοί. Όλο και περισσότεροι. Όλο και λιγότεροι. Και κανείς. Χωρίς πορτοφόλι, χωρίς λεφτά, χωρίς ανάσα, χωρίς μηχανάκι, χωρίς προοπτική. Κάνεις θέατρο. Με Θ κεφαλαίο. Έτσι πιστεύεις. Και τελειώνει. Και η χαρά σου. Δική σου. Μεγάλη. Και όσων την μοιράστηκαν. Τι μας ενώνει; Τι μας κρατά; Κοντά; Δεν ξέρω. Τα πράγματα, οι άνθρωποι χάνουν τις κτητικές αντωνυμίες. Το Μου. Το Σου. Αγαπάς. Αγαπιέσαι; Δεν ξέρεις πια. Μα το χειρότερο. Δε σε αφορά. Νέα Πατρίδα. Νέος Προορισμός. Θα έρθει. Σύντομα. Κάπου μακριά. Ή κάπου ψηλά. Και θα μυρίζει γιασεμί. Και νυχτολούλουδο. Όπως τότε. Που έφτανες σπίτι σου. Και η αυλή σε έπνιγε στην ευωδιά. Και ήσουν μόλις 8. Και ήξερες πως η ζωή είναι μπροστά. Και σε περιμένει. Κι αυτό θες να το νιώσεις. Ξανά. Όπου. Και Θα!


Forgive Not Forget


Tο να δίνω τόπο στην οργή,
το έκανα πάντα
 - μαζί με τα χαρακτηριστικά που μου αποδίδανε,
ήταν το μόνο δικό μου που πραγματικά παραδεχόμουν,
αυτό που θεωρούσα μεγαλύτερη αδυναμία μου,
τη συγχώρεση,
τη χιλιοτραγουδισμένη,
τη μοναδική αρετή του ανθρώπου,
που μέρα με τη μέρα διαπιστώνω,
ότι παραδέχοντας τα λάθη σου,
ακόμα και αυτά που δεν κάνεις,
το μόνο που πραγματικά κάνεις,
είναι να φουσκώνεις τον εγωισμό του άλλου,
να τον κάνεις να νιώθει την υπεροχή
που πάντα ονειρευόταν,
και να συνεχίσει να ονειρεύεται,
βάσει της δικής σου “ασέβειας”.
Θαλλός από την ιερή ελαία,
σου αξίζει φίλε μου,
ή έτσι νιώθεις,
αυτό έχει σημασία.


Παρασκευή, 30 Μαρτίου 2012

little things

Σκέφτεσαι,
αυτά που πράττεις,
και πράττεις,
αυτά που σκέφτεσαι,
καμιά φορά και τίποτα από τα δύο,
και σε εκπλήσσουν ακόμη,
οι πράξεις,
που δεν είχες υπολογίσει,
και δεν υπολογίζεις,
ακόμη,
τα όσα δεν έγιναν,
μα μπορούν να γίνουν,
και ξοδεύεις,
και ξοδεύεσαι,
τι άξιζε,
τι ήρθε για να μείνει,
μόνο μια φορά,
για πάντα,
ή ποτέ.